Η χρονιά αρχίζει τώρα


Ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί έχουμε βάλει ως αφετηρία του χρόνου τον Ιανουάριο. Η χρονιά αρχίζει ουσιαστικά το Σεπτέμβρη. Θα μπορούσε να αρχίζει και το Μάρτιο μαζί με την αναγέννηση της Φύσης… Αλλά τον Ιανουάριο; Δεν σηματοδοτεί τίποτα αυτός ο μήνας, δεν συμβαίνει τίποτα, δεν αλλάζει τίποτα, είναι μια συνεχιζόμενη κατάσταση βαθύ χειμώνα.

Ο Σεπτέμβρης από τη άλλη είναι τέλος εποχής και αρχή νέας εποχής. Λιγοστεύει η ζέστη που μας αναγκάζει να παίρνουμε διακοπές τον Αύγουστο, έρχονται ξανά οι βροχές. Η γη παύει να γεννάει καρπούς, είναι ο καιρός της σποράς. Είναι ο καιρός των αποφάσεων και της ανθρώπινης δημιουργίας.

Η 1η Σεπτεμβρίου είναι εξάλλου και η αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή η αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους. Η Ινδικτιώνα είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ. Τότε τελείται και η θεία λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.

Τώρα λοιπόν ξεκινάει ουσιαστικά η νέα χρονιά. Οπότε ας θέσουμε τώρα τους στόχους μας και ας φυτέψουμε τους σπόρους τους. Με την σωστή φροντίδα θα καρπίσουν… Ίσως το Μάρτη μαζί με τους πρώτους καρπούς, ίσως αργότερα με τα σύκα ή τα σταφύλια. Μα κάποτε θα καρπίσουν…

Διαβάστε την παρακάτω ιστορία:

Γίνε ό,τι καλύτερο μπορείς!

Ήταν μια φαινομενικά συνηθισμένη μέρα όταν αποφάσισα να παραιτηθώ… Τελείως ξαφνικά πήρα την απόφαση να παραιτηθώ από τη δουλειά μου, από τη σχέση μου και τελικά από την ίδια μου τη ζωή. Χαζεύοντας τον μικρό μου κήπο. έκανα μια τελευταία κουβέντα με τον εαυτό μου, τον βαθύτερο, τον σοφότερο εαυτό μου.

Τον ρώτησα λοιπόν: «Μπορείς να μου πεις ένα καλό λόγο γιατί να μην παραιτηθώ;»

Η απάντησή του με εξέπληξε στα αλήθεια: «Απλά κοίτα γύρω σου. Βλέπεις την φτέρη και το μπαμπού; Εσύ δεν τα φύτεψες και τα δυο;»

Απάντησα: «Ναι»

«Και τι συνέβη; Για θυμήσου και πες μου…»

«Τι συνέβη; Τα φρόντισα και τα δυο πολύ καλά. Τους έδωσα φως. Τους έδωσα νερό. Η φτέρη μεγάλωσε γρήγορα. Το καταπληκτικό της πράσινο κάλυψε το έδαφος. Ο σπόρος του μπαμπού όμως αργούσε...»

«Και τι έκανες; Σταμάτησες να ποτίζεις το μπαμπού;»

«Όχι, όχι… Δεν παραιτήθηκα από την φροντίδα του. Τον δεύτερο χρόνο η φτέρη ήταν άφθονη και μέσα στη ζωντάνια. Το μπαμπού πάλι τίποτα… Αλλά εγώ επέμεινα. Τον τρίτο χρόνο δεν υπήρχε ακόμα τίποτα από το μπαμπού. Δεν παραιτήθηκα. Τον τέταρτο χρόνο, τα ίδια. Δεν παραιτήθηκα.

Τον πέμπτο χρόνο ένα μικροσκοπικό βλαστάρι ξεφύτρωσε από την γη. Σε σύγκριση με την φτέρη ήταν φαινομενικά μικρό και ασήμαντο. Αλλά 6 μήνες αργότερα το μπαμπού αυξήθηκε σε ύψος και πέρασε τα 30 μέτρα. Πέρασαν πέντε χρόνια για να μεγαλώσουν οι ρίζες του. Αυτές οι ρίζες το έκαναν δυνατό και του έδωσαν αυτό που χρειαζόταν για να επιβιώσει».

Μετά από αυτή τη διήγηση με ρώτησε ο σοφός μου εαυτός: «Λοιπόν; Δεν καταλαβαίνεις ότι και μ’ εσένα το ίδιο ακριβώς συμβαίνει; Ότι όλον αυτό τον καιρό που παλεύεις και παλεύεις και τίποτα δε γίνεται, ουσιαστικά μεγαλώνουν οι ρίζες σου;

Δεν παραιτήθηκες από το μπαμπού. Γιατί το μπαμπού έχει διαφορετικό ρυθμό εξέλιξης από την φτέρη. Και όμως, και τα δύο έκαναν τον κήπο σου πανέμορφο. Όπως δεν συγκρίνεις το μπαμπού με τη φτέρη, μην συγκρίνεις και τον εαυτό σου με τους άλλους!».

Και μετά πρόσθεσε: «Θα έρθει και η δικιά σου ώρα. Θα ανέβεις ψηλά».

Τον ρώτησα: «Πόσο ψηλά θα ανέβω;»

«Πόσο ψηλά ανέβηκε το μπαμπού;» με ρώτησε ο σοφός μου εαυτός.

Ήμουν μπερδεμένη: «Όσο πιο ψηλά μπορούσε;», μουρμούρισα.

«Ναι», απάντησε. «Δείξε λοιπόν κι εσύ το μεγαλείο σου, ανεβαίνοντας όσο πιο ψηλά μπορείς. Γίνε ό,τι καλύτερο μπορείς!»

Εφημερίδα "ΝΕΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ" | Νέα Σμύρνη Online