«Ένας κουρέας στη Νέα Σμύρνη»: Η πόλη μας έχει γίνει τραγούδι από τον Παύλο Παυλίδη (βίντεο)
Η Νέα Σμύρνη γεννούσε ανέκαθεν ιστορίες, εμπνέει εικόνες, ξυπνά αναμνήσεις, γίνεται τραγούδι. Μία από αυτές είναι το «Ένας κουρέας στη Νέα Σμύρνη» του Παύλου Παυλίδη, που μεταφέρει την πόλη στον δικό του ιδιαίτερο, ποιητικό μουσικό κόσμο.
Ο Παύλος Παυλίδης ήταν ο βασικός συνθέτης, στιχουργός και frontman (τραγουδιστής/κιθαρίστας) του συγκροτήματος «Ξύλινα Σπαθιά». Ήταν ο άνθρωπος που διαμόρφωσε ολόκληρο το όραμα, την αισθητική και τον ήχο της μπάντας, η οποία καθόρισε την ελληνική ροκ σκηνή της δεκαετίας του '90.
Έρευνα/σύνταξη: Αλεξία Ηλιάδου

Το στούντιο του Παυλίδη στη Νέα Σμύρνη
Πέρα από το τραγούδι, η Νέα Σμύρνη αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς για τον δημιουργό, καθώς εδώ βρισκόταν το μικρό, υπόγειο στούντιο όπου περνούσε αμέτρητες ώρες γράφοντας και κάνοντας πρόβες για τους προσωπικούς του δίσκους και τα projects του.
Όταν ο Παυλίδης αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα, επέλεξε τη Νέα Σμύρνη ως τη δημιουργική του βάση. Εκεί, στο ισόγειο/υπόγειο μιας τυπικής πολυκατοικίας, έστησε το προσωπικό του στούντιο. Αυτός ο γεμάτος όργανα, βιβλία και χαμηλά φώτα χώρος έγινε το μέρος όπου περνούσε τη ζωή του, γράφοντας στίχους και δοκιμάζοντας ήχους.
Το στούντιο του Παύλου Παυλίδη στη Νέα Σμύρνη δεν ήταν απλώς ένας χώρος εργασίας, αλλά ένας από τους πιο καθοριστικούς δημιουργικούς «πυρήνες» της σόλο καριέρας του μετά τη διάλυση των Ξύλινων Σπαθιών. Ο ίδιος το έχει περιγράψει στο παρελθόν ως ένα «καταφύγιο», έναν απομονωμένο χώρο όπου μπορούσε να λειτουργεί με τους δικούς του, εντελώς ελεύθερους ρυθμούς.
Εκεί ουσιαστικά διαμορφώθηκε ο ήχος και η χημεία με την ιστορική του μπάντα, τους B-Movies. Ήταν το στρατηγείο όπου μαζεύονταν για ατέλειωτες ώρες αυτοσχεδιασμού, δοκιμάζοντας ήχους, λούπες και ενορχηστρώσεις. Στο στούντιο της Νέας Σμύρνης «μαγειρεύτηκαν» εμβληματικά άλμπουμ των '00s και '10s, όπως το «Αφού λοιπόν ξεχάστηκα...» (2007) και το «Αυτό το πλοίο που όλο φτάνει» (2010).
Πολλά από τα κομμάτια ξεκίνησαν ως απλά demo με μια κιθάρα και ένα drum machine στο υπόγειο αυτό, πριν πάρουν την τελική τους μορφή. Δεν πήγαιναν μόνο οι B-Movies, το στούντιο αυτό αποτελούσε στέκι για πολλούς μουσικούς της εναλλακτικής Αθήνας που περνούσαν απλώς για να ακούσουν τις νέες του ιδέες ή να μοιραστούν τις δικές τους.
Σήμερα, η δημιουργική του βάση, οι πρόβες του (ιδιαίτερα για τα πρόσφατα projects του, όπως με τους Hotel Alaska) και η προετοιμασία για δίσκους, μοιράζονται και σε άλλους επαγγελματικούς χώρους στην Αθήνα, όμως το υπόγειο της Νέας Σμύρνης παραμένει σημείο αναφοράς για τους φανατικούς ακροατές του.

Η προσωπική του σχέση με τη Νέα Σμύρνη
Ο Παυλίδης είναι ένας καλλιτέχνης που εμπνέεται βαθιά από το αστικό τοπίο και τους ανθρώπους του. Η Νέα Σμύρνη, με τις γειτονιές της, την ιστορική της πλατεία και την ιδιαίτερη προσφυγική και καλλιτεχνική της αύρα, έγινε το σκηνικό των καθημερινών του περιπάτων. Οι παρατηρήσεις του στους δρόμους της περιοχής μετέτρεπαν την καθημερινή ρουτίνα σε στίχους.
Ο ίδιος έχει πει ότι η Νέα Σμύρνη τον βόλευε γιατί συνδύαζε την ησυχία με τη ζωντάνια. Του άρεσε να κάνει μεγάλες βόλτες στα πέριξ της κεντρικής πλατείας και στο Άλσος, καθώς και να κάθεται σε παλιά, παραδοσιακά καφενεία της περιοχής. Από τις συζητήσεις που άκουγε γύρω του, από τις φιγούρες των ηλικιωμένων, των περαστικών ή των ανθρώπων της βιοπάλης (όπως οι κουρείς της γειτονιάς) άντλησε τις πρώτες ύλες για τους χαρακτήρες των κομματιών του.
Έχει επίσης αναφέρει ότι η Νέα Σμύρνη λειτούργησε ως το ιδανικό «μαλακό μαξιλάρι» για τη μετακόμισή του από τον Βορρά στην πρωτεύουσα. Ενώ η Αθήνα μπορεί να γίνει χαοτική, η συγκεκριμένη περιοχή διατηρούσε μια έντονη αίσθηση γειτονιάς και μια δική της ιστορική/προσφυγική αύρα που του επέτρεψε να προσαρμοστεί γρήγορα χωρίς να χάσει την εσωτερικότητά του.
Ουσιαστικά, για τον Παυλίδη η Νέα Σμύρνη ήταν το σκηνικό μιας ολόκληρης δημιουργικής δεκαετίας όπου επαναπροσδιόρισε τον εαυτό του ως σόλο καλλιτέχνη.
Το τραγούδι «Ένας κουρέας στη Νέα Σμύρνη»
Το τραγούδι «Ένας κουρέας στη Νέα Σμύρνη» είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια της προσωπικής δισκογραφίας του Παύλου Παυλίδη και περιλαμβάνεται στον δίσκο του «Μπρανκαλεόνε», που κυκλοφόρησε το 2006.
Οι στίχοι δεν περιγράφουν την πόλη με τον συνηθισμένο τρόπο. Δεν αναφέρονται σε γνωστά τοπόσημα ούτε επιχειρούν να αφηγηθούν μια συγκεκριμένη ιστορία της. Χρησιμοποιούν το όνομά της ως σκηνικό μιας παράξενης αφήγησης, όπου το πραγματικό μπλέκεται με το φανταστικό και το χιούμορ με τη νοσταλγία.
Σε μια μπαλάντα με σουρεαλιστικές εικόνες, υπαινιγμούς και μια αίσθηση μυστηρίου, ο Παύλος Παυλίδης συναντά έναν κουρέα που έρχεται από τα Γιάννενα, ένα ναυτάκι από τα Κύθηρα και έναν αστυνόμο από την Άμφισσα. Κι η Νέα Σμύρνη γίνεται το σημείο όπου συναντιούνται, ένας σταθμός στις προσωπικές διαδρομές τους...
Ο Παύλος Παυλίδης αφήνει χώρο στον ακροατή να αναζητήσει τις δικές του ερμηνείες. Σε μια Νέα Σμύρνη διαφορετική από εκείνη της καθημερινότητας. Πιο ονειρική, πιο μυστηριώδης, γεμάτη πρόσωπα που μοιάζουν σα νά' ναι από άλλη εποχή...
Ένας κουρέας στη Νέα Σμύρνη
Συνθέτης: Παυλίδης Παύλος
Στιχουργός: Παυλίδης Παύλος
Είδος μουσικής: Μπαλάντα
Θεματολογία: Ζωής
▼
Ένας κουρέας στη Νέα Σμύρνη
ήρθε απ’ τα Γιάννενα.
Είπε πως ήρθε εδώ να μείνει
από πολύ παλιά.
Πού 'ν’ το βουνό σου,
πού 'ν’ η σπηλιά σου,
πού 'ναι η λίμνη σου;
Βλέπω ξυράφια,
βλέπω ψαλίδια.
Πού 'ναι τ’ ασήμι σου;
Με το ξυράφι ήρθα να σφάξω
εχθρούς ανύπαρκτους
και να κρεμάσω πάνω απ’ το ράφι
Παξούς κι Αντίπαξους.
Ένα ναυτάκι στη Νέα Σμύρνη
ήρθε απ’ τα Κύθηρα.
Έλεγε όλο ότι με ξέρει
από πολύ παλιά.
Βλέπαμε λέει απ’ το μπαλκόνι
γλάρους και κύματα
και το δελφίνι δίπλα στ’ αηδόνι
κάτω στα μνήματα.
Λίγο πριν φύγω ο αστυνόμος
από την Άμφισσα
πάλι ρωτούσε άμα σε ξέρω.
Δεν του απάντησα.





