top of page

ΕΛ.ΑΣ.: Εξαρθρώθηκε οργάνωση που χρησιμοποιούσε AI για να κλωνοποιεί φωνές συγγενών

πριν από 5 λεπτά
διαβάστηκε 4 λεπτά

Η ΕΛ.ΑΣ. εξάρθρωσε εγκληματική οργάνωση που χρησιμοποιούσε την Τεχνητή Νοημοσύνη για να κάνει τις τηλεφωνικές απάτες πιο πειστικές, κλωνοποιώντας τις φωνές συγγενικών προσώπων.



ΕΛ.ΑΣ.: Εξαρθρώθηκε οργάνωση που χρησιμοποιούσε AI για να κλωνοποιεί φωνές συγγενών


Μια νέα μορφή τηλεφωνικής απάτης, στην οποία η Τεχνητή Νοημοσύνη χρησιμοποιείται για την κλωνοποίηση της φωνής συγγενικών προσώπων, αποκάλυψε η Ελληνική Αστυνομία, μετά την εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από τις αρχές Ιουλίου.


Η υπόθεση αφορά εγκληματική ομάδα που χρησιμοποιούσε διαφορετικά προσχήματα, εμφανιζόμενη μεταξύ άλλων ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ, εταιρειών κινητής τηλεφωνίας και οπτικών ινών, με στόχο να εξαπατήσει πολίτες και να αποσπάσει χρήματα, τιμαλφή και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Η δράση της οργάνωσης τερματίστηκε έπειτα από αστυνομική επιχείρηση της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων στη Νέα Ιωνία Αττικής.


Κατά την επιχείρηση συνελήφθησαν δύο άνδρες, ηλικίας 23 και 25 ετών, οι οποίοι φέρονται να είχαν τον ρόλο των «εισπρακτόρων». Οι δύο συλληφθέντες εντοπίστηκαν τη στιγμή που μόλις είχαν αφαιρέσει από σπίτι θύματος τιμαλφή συνολικής αξίας 30.000 ευρώ. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη τέσσερα άτομα, από τα οποία τα τρία έχουν ταυτοποιηθεί. Σε βάρος των εμπλεκομένων σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, απάτη και διακεκριμένες κλοπές, τετελεσμένες και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση.


Για τις συγκεκριμένες πράξεις το όφελος που έχει μέχρι στιγμής διαπιστωθεί ξεπερνά τις 120.000 ευρώ, ενώ το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που εκτιμάται ότι αποκόμισε η οργάνωση ξεπερνά το 1 εκατ. ευρώ.



Πώς χρησιμοποιούσαν την Τεχνητή Νοημοσύνη


Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δράσης τους ήταν η χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης για την κλωνοποίηση της φωνής συγγενικού ή οικείου προσώπου του υποψήφιου θύματος. Αρχικά, οι «τηλεφωνητές» εντόπιζαν πιθανά θύματα και επικοινωνούσαν μαζί τους, χρησιμοποιώντας διάφορα προσχήματα. Σε αρκετές περιπτώσεις επικαλούνταν εργασίες που σχετίζονταν με την εγκατάσταση οπτικής ίνας και ζητούσαν από τους πολίτες να ακολουθήσουν συγκεκριμένες οδηγίες.


Εάν το θύμα εξέφραζε αμφιβολίες, οι δράστες του ζητούσαν να επικοινωνήσουν με κάποιο συγγενικό ή οικείο πρόσωπο, προκειμένου δήθεν να επιβεβαιώσει ότι η διαδικασία ήταν απαραίτητη. Στη συνέχεια ζητούσαν τον αριθμό τηλεφώνου του συγκεκριμένου συγγενή. Επικοινωνούσαν μαζί του προσποιούμενοι, κατά περίπτωση, εκπροσώπους εταιρείας κινητής τηλεφωνίας και, μέσα από μια σύντομη συνομιλία, αποκτούσαν δείγμα της φωνής του.


Με τη χρήση εργαλείου AI δημιουργούσαν στη συνέχεια κλωνοποιημένη εκδοχή της φωνής και επέστρεφαν στο αρχικό θύμα. Έτσι, ο πολίτης άκουγε στο τηλέφωνο μια φωνή που έμοιαζε με εκείνη του συγγενή του και θεωρούσε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο επιβεβαίωνε όσα του είχαν προηγουμένως ζητήσει οι δράστες.


Η τεχνολογία λειτουργούσε, επομένως, ως μέσο ενίσχυσης της αξιοπιστίας του προσχήματος και μείωσης των αμφιβολιών του θύματος.



«Τηλεφωνητές» και «εισπράκτορες»


Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., η οργάνωση διέθετε διακριτή εσωτερική δομή. Υπήρχαν μέλη με διευθυντικούς ρόλους, «τηλεφωνητές» και «εισπράκτορες».


Οι «τηλεφωνητές» αναλάμβαναν την αναζήτηση και προσέγγιση των υποψήφιων θυμάτων, ενώ παράλληλα φέρονται να είχαν την ευθύνη για τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών που χρησιμοποιούνταν για την παράνομη δραστηριότητα.


Οι «εισπράκτορες» ήταν εκείνοι που αναλάμβαναν την παραλαβή χρημάτων ή τιμαλφών από τα θύματα.

Μέχρι στιγμής έχει διακριβωθεί η εμπλοκή της οργάνωσης σε ακόμη πέντε περιπτώσεις με παρόμοια μεθοδολογία.


Παράλληλα, εξιχνιάστηκε κλοπή οχήματος που έγινε στις 14 Σεπτεμβρίου 2026. Σύμφωνα με την Αστυνομία, το όχημα χρησιμοποιούνταν από τα μέλη της οργάνωσης ως «επιχειρησιακό όχημα». Κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν ένα όχημα Δημόσιας Χρήσης και δύο συσκευές κινητής τηλεφωνίας.


Οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα και παραπέμφθηκαν στον Ανακριτή. Η έρευνα συνεχίζεται για να διαπιστωθεί το πλήρες εύρος της δράσης της οργάνωσης.



Η γνώριμη φωνή δεν αποτελεί πλέον απόδειξη ταυτότητας


Με αφορμή την υπόθεση, η ΕΛ.ΑΣ. επαναλαμβάνει τις συστάσεις της προς τους πολίτες για τις τηλεφωνικές απάτες.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε κλήσεις από άτομα που εμφανίζονται ως υπάλληλοι οργανισμών κοινής ωφέλειας, δημόσιων υπηρεσιών, τραπεζών, τηλεπικοινωνιακών εταιρειών, λογιστικών γραφείων ή άλλων φορέων.


Οι πολίτες καλούνται:


  • να διακόπτουν αμέσως κάθε ύποπτη τηλεφωνική επικοινωνία,

  • να μην αποκαλύπτουν προσωπικά ή οικονομικά στοιχεία,

  • να μην δίνουν πληροφορίες για τα μέλη του νοικοκυριού ή για το εάν απουσιάζουν από την κατοικία τους,

  • να μην θεωρούν ότι μια γνώριμη φωνή αποτελεί από μόνη της απόδειξη της ταυτότητας του καλούντος,

  • να τερματίζουν την κλήση και να καλούν οι ίδιοι τον συγγενή ή οικείο τους σε αριθμό που ήδη γνωρίζουν,

  • να χρησιμοποιούν, εφόσον υπάρχει, μια προκαθορισμένη οικογενειακή λέξη ή φράση ασφαλείας,

  • να μην ανοίγουν την πόρτα και να μην επιτρέπουν την είσοδο αγνώστων στο σπίτι βάσει τηλεφωνικών οδηγιών,

  • να μην παραδίδουν χρήματα ή τιμαλφή και να μην τα τοποθετούν σε σημεία που τους υποδεικνύονται τηλεφωνικά,

  • να επιβεβαιώνουν οποιαδήποτε προγραμματισμένη εργασία επικοινωνώντας οι ίδιοι με τον αντίστοιχο οργανισμό, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τον επίσημο αριθμό επικοινωνίας,

  • να ενημερώνουν άμεσα τα μέλη της οικογένειάς τους εάν έχουν δεχθεί ύποπτη κλήση.


Η ΕΛ.ΑΣ. υπενθυμίζει ότι ένας πραγματικός τεχνικός έλεγχος δεν απαιτεί από τον πολίτη να αποκαλύψει πού φυλάσσει χρήματα ή τιμαλφή ούτε να παραδώσει μετρητά, κοσμήματα ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα.


Η Αστυνομία επισημαίνει τη σημασία της ενημέρωσης ηλικιωμένων συγγενών και ανήλικων μελών της οικογένειας, καθώς πλέον ακόμη και μια απολύτως γνώριμη φωνή στο τηλέφωνο μπορεί να έχει υποστεί τεχνική επεξεργασία ή να έχει αναπαραχθεί με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης.


Σε περίπτωση ύποπτης τηλεφωνικής επικοινωνίας ή εμφάνισης αγνώστων στην κατοικία, ακόμη και εάν η απόπειρα εξαπάτησης δεν ολοκληρώθηκε, οι πολίτες καλούνται να ενημερώνουν άμεσα την Ελληνική Αστυνομία στο 100 ή το αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα ή Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων.


Παράλληλα, καλό είναι να διατηρούν, εφόσον είναι δυνατό, τον αριθμό από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η κλήση, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που μπορεί να βοηθήσει την έρευνα.

bottom of page