Η Νεοσμυρνιώτισσα συγγραφέας Χίλντα Παπαδημητρίου μιλά για όλα
- Νέοι Ορίζοντες της Νέας Σμύρνης

- πριν από 9 ώρες
- διαβάστηκε 9 λεπτά
Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Κομπολόι στο χώμα», η Χίλντα Παπαδημητρίου αναφέρεται στην αθέατη πλευρά της Αθήνας, τη μουσική, τις γειτονιές που αλλάζουν και τις μνήμες από το δισκάδικο που διατηρούσε για χρόνια στη Νέα Σμύρνη.

Η συγγραφέας Χίλντα Παπαδημητρίου έδωσε συνέντευξη στο olafaq.gr και τον Θανάση Μήνα για το νέο της, πέμπτο κατά σειρά αστυνομικό μυθιστόρημά της με τίτλο Κομπολόι στο χώμα (Μεταίχμιο), αλλά μίλησε για όλα.
– Στα μυθιστορήματά σου η μουσική έχει πάντα οργανικό ρόλο στην αφήγηση. Δεν πετάς μουσικές αναφορές και σφήνες απλώς για να «φτιάξεις ατμόσφαιρα». Στο Κομπολόι, εύλογα, λόγω της εμπλοκής των θυμάτων της Columbia, στην αφήγηση υπεισέρχεται ο κόσμος του λαϊκού τραγουδιού, του λαϊκού τραγουδιού της Ομόνοιας, πιο συγκεκριμένα. Είχες ποτέ τέτοια ακούσματα εσύ η ίδια; Από τον οικογενειακό ή τον φιλικό σου περίγυρο, ενδεχομένως; Τι είδους έρευνα έκανες σ’ αυτή την κατεύθυνση για τις ανάγκες του μυθιστορήματος;
Ο πατέρας μου άνοιξε το πρώτο δισκάδικο της Νέας Σμύρνης τον Απρίλιο του 1970, άρα μεγάλωσα εκεί μέσα ακούγοντας τα πάντα. Οι γονείς αγαπούσαν περισσότερο το ελαφρό τραγούδι και την κλασική μουσική, αλλά λόγω του δισκάδικου ακούγαμε οικογενειακώς ό,τι κυκλοφορούσε – εκτός του ήχου της Ομόνοιας, τον οποίο σνομπάραμε. Γεννήθηκα στην Καλλιθέα, όπου στους δρόμους ακούγονταν τραγούδια από το ραδιόφωνο, οι διαφημιστικές εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών. Αγάπησα κι εγώ το ρεμπέτικο και το λαϊκό, αν και ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με το ελαφρολαϊκό. Η έρευνα που έκανα είχε σχέση με την ελληνική δισκογραφία, τους μουσικούς και τα στέκια τους, τις συνήθειες τους. Είδα ντοκιμαντέρ και διάβασα όσα βιβλία μπόρεσα να βρω. Τεράστιο θέμα, μόλις έμαθα ότι στο πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων κάνει το διδακτορικό του ένας παλιός υπάλληλος της Columbia που διέσωσε ένα μέρος του αρχείου της.
– Έχει τύχει να συναντήσεις ποτέ πλανόδιο μουσικό που να παίζει στο ρεπερτόριο του το “Atlantic City”, όπως ο δικός σου στο μυθιστόρημα; Θυμάσαι κάποιον που να σου έκανε εντύπωση για το ιδιαίτερο ρεπερτόριό του;
Δεν έχω συναντήσει ποτέ πλανόδιο μουσικό που να παίζει το Atlantic City, ο Ίαν ο Σκοτσέζος είναι μάλλον wishful thinking. Στα πέριξ της Ακρόπολης έχω ακούσει έξοχους μουσικούς του δρόμου με κανονάκι, με σαντούρι, με λαούτο, με ακορντεόν, όπως και σπουδαίες μπάντες Βορειοηπειρωτών. Από τον κόβιντ και μετά, πολλαπλασιάστηκαν οι μουσικοί του δρόμου και στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, ένα ντουέτο από δύο βιολιστές, κι άλλοι πολλοί κιθαρωδοί κυρίως που παίζουν έντεχνο. Μια από τις ντροπές της χώρας μας είναι η καταδίωξη των πλανόδιων μουσικών.

– Θεωρώ ότι σ’ αυτό ειδικά το βιβλίο σου μεγαλύτερο ζουμί έχουν οι δευτερεύοντες χαρακτήρες και οι μικρο-ιστορίες τους, που διαχέονται μέσα στην κύρια αφήγηση. Ο μπουζουκτσής Αναστάσης Μπατζής, ο παρακμιακός δημοσιογράφος Παπαδιαμάντης, ο Ζαφείρης και η Ματούλα από το Καφενείο των Μουσικών…Οι διηγήσεις τους, με τον τρόπο τους, διασώζουν μια αθέατη και ξεχασμένη, μια μυστική ιστορία της πόλης, αν προτιμάς. Είναι τελικά αυτό ένα από τα θέματα που εξερευνά η λογοτεχνία σου;
Πάλι διάνα έκανες. Βλέπω τη ραγδαία αλλαγή της πόλης και σκέφτομαι ότι αν δεν γράψουμε, δεν μιλήσουμε εμείς που ζήσαμε την Αθήνα αλλιώς, τις λαϊκές γειτονιές και τους κατοίκους τους, θα απομείνει και θα επιβληθεί αργά ή γρήγορα μια ψεύτικη, ντιζαϊνάτη ιλουστρέ εικόνα της Ομόνοιας, των Εξαρχείων, του Κουκακίου, του ιστορικού κέντρου. Διάβασα αρκετά βιβλία για το gentrification αλλά και για την ιστορία της Νέας Ιωνίας, του Περισσού, του ελληνικού Μάντσεστερ. Υπάρχει μια Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία αποτελούμενη από επιστήμονες διαφόρων κλάδων, που ονομάζεται ΒΙ.Δ.Α και ασχολείται με τη διάσωση της ελληνικής βιομηχανικής κληρονομιάς. Κάποτε θα καταλάβουμε ότι ο πολιτισμός δεν είναι μόνο τα μάρμαρα και τα ερείπια, αλλά και τα τοπόσημα της πόλης όπως το εγκαταλειμμένο εργοστάσιο της Columbia, οι κινηματογράφοι Ideal, Απόλλων και Αττικό, τα κτίρια της Πειραϊκής Πατραϊκής και των κλωστών Πεταλούδα που αποτελούσαν κάποτε το καμάρι μιας χώρας που ονειρευόταν.
– Αντίστοιχα, το γκραφίτι αποτελεί τη σύγχρονη εφημερίδα τοίχου της πόλης; Τι σε προσέλκυσε σ’ αυτή την κουλτούρα και την ενέταξες στην πλοκή;
Έκανα ρεπεράζ στο Μεταξουργείο, τον Κολωνό, το Δουργούτι, τα Εξάρχεια, και τα γκραφίτι με χαστούκιζαν με την επινοητικότητα και την ομορφιά τους. Με είχαν απασχολήσει παλιότερα λόγω της κουλτούρας του hip-hop, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η Αθήνα ήταν η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του γκραφίτι τα σκληρά χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ήθελα να δείξω ένα κομμάτι της αθηναϊκής νεολαίας που έχει διαφορετικά όνειρα και αξίες, που αγαπάει άλλες μορφές τέχνης κι έκφρασης, μακριά από γκαλερί και μέγαρα -και δημιουργεί έργα ισάξια των εμπορικών.

– Στην παρουσίαση του βιβλίου, όταν ρωτήθηκες αν πρόκειται κάποια στιγμή να επιστρέψει στο προσκήνιο ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, απάντησες: «Δεν ξέρω. Δεν μου λέει». Πιστεύεις ότι μετά από πέντε μυθιστορήματα, οι ήρωές σου έχουν αποκτήσει πια τη δική τους ζωή; Ότι σε καθοδηγούν αυτοί αντί να τους καθοδηγείς εσύ;
Περνάω συνήθως 3-4 χρόνια στην έρευνα του κάθε βιβλίου, συχνά το ψάξιμο που ανοίγει δρόμους που δεν περίμενα, όπως η ιστορία του Σπηλαίου του Αγίου Ηλία στη Ριζούπολη. Ο Χάρης Νικολόπουλος είναι ο αγαπημένος μου ήρωας και ήθελα να τον αφήσω να ανασάνει λίγο, να μην τον μισήσω όπως η Άγκαθα Κρίστι τον Ηρακλή Πουαρό ή ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ τον Σέρλοκ Χολμς. Μου αρέσει που έχει αυτονομηθεί και ζει τη ζωή που ονειρευόταν. Υποθέτω ότι σε μια μεγαλούπολη όπως η Αθήνα όλο και σε κάποιο φόνο θα σκοντάψει ξανά και θα μπει στον πειρασμό να τον εξιχνιάσει.
– Τι καλό μετάφρασες τελευταία που αναμένεται να εκδοθεί. Και ποιο/ποια από τα βιβλία που διάβασες τελευταία σου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ή σε ενθουσίασε;
Μετέφρασα το τελευταίο μυθιστόρημα του αγαπημένου μου Ίαν Ράνκιν που θα κυκλοφορήσει εντός του καλοκαιριού με τίτλο το Μπλε του Μεσονυχτίου, από τα εκδόσεις Μεταίχμιο. Κι επίσης μεταφράσαμε μαζί με τον καλό μου φίλο Γιώργο Θεοχάρη το μυθιστόρημα του σπουδαίου Κορνέλ Γούλριτς, η Νύφη Φόρεσε Μαύρα, για τις εκδόσεις Κυψέλη, που θα κυκλοφορήσει οσονούπω. Τα τελευταία δύο μυθιστορήματα που με ενθουσίασαν είναι γραμμένα και τα δύο από γυναίκες. Το Πανόραμα της Λιλιά Ασαίν (μτφρ. Μαριάννα Μαντά, εκδ. Πόλις), ένα δυστοπικό μυθιστόρημα με μανδύα αστυνομικής ιστορίας, που πηγαίνει πολύ πέρα από το whodunit ή το whydunnit. Και ο Χρόνος των Μυγών, της Κλαούδια Πινιέιρο, (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη και Χριστίνα Φιλήμονος, εκδ. Carnivora), μια συνέχεια τρόπον τινά του παλιότερου Δική σου για Πάντα, μια αργεντίνικη εκδοχή της Θέλμα και Λουίζ, που διερευνά τις αλλαγές της κοινωνίας υπό την επίδραση των κινημάτων (φεμινισμός, οικολογία, κ.λπ.). Ό,τι πιο ευφυές και πρωτότυπο κυκλοφόρησε τη φετινή χρονιά.
– Ποιους δίσκους, καινούριους και παλιούς, ακούς συχνά τον τελευταίο καιρό;
Προσπαθώ να ενημερώνομαι για καινούργιες κυκλοφορίες από τα αγαπημένα μου μουσικά είδη, δηλαδή americana, βρετανικό hip-hop, μουσικές του Τρίτου Κόσμου και ό,τι ανακαλύπτω σε trip-hop. Ξανακούω πάντοτε τον Bob Dylan, γιατί με αυτά τα Bootlegs που κυκλοφορεί συστηματικά συνεχίζει να με εκπλήσσει, τους Σκοτσέζους Arab Strap, τη neo-soul Jill Scott. Μου λείπει ένα αμιγώς μουσικό ενημερωτικό ραδιόφωνο, για να βρίσκω τον οδικό μου χάρτη μέσα στο χάος της σύγχρονης πληροφορίας.
Το μυθιστόρημα «Κομπολόι στο χώμα»

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην Αθήνα του 2016: «Η χώρα παλεύει ακόμη με την οικονομική κρίση. Πυρκαγιές καταστρέφουν παλαιά σπίτια του κέντρου και εγκαταλειμμένα βιομηχανικά κτίρια, ενώ στους δρόμους του Μεταξουργείου βρίσκονται δολοφονημένες αλλοδαπές σεξεργάτριες». Στο παλιό εργοστάσιο της Columbia, η πολιτεία εγκατέλειψε στην τύχη του αντί να αναδείξει την μεγάλη του πολιτιστική σημασία για τον τόπο, ανευρίσκονται δύο σκελετοί κι ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι. Άλλες δύο δολοφονίες γυναικών που προέρχονται από ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, συμβαίνουν στην περιοχή του μεταξουργείου. Τις δύο υποθέσεις αναλαμβάνει η ατίθαση αστυνόμος Αΐντα Μητροπούλου, που αναβαθμίζεται σε κεντρική ηρωίδα της συγγραφέα, ρόλος που στο παρελθόν ανήκε στον πιο συνεσταλμένο αστυνόμο Χάρη Νικολόπουλο∙ ο τελευταίος έχει πια συνταξιοδοτηθεί και έχει περισσότερο συμβουλευτικό ρόλο. Από σχετική απόσταση ασφαλείας, παρατηρεί κι αυτός την πόλη του να αλλάζει προς το χειρότερο.
– Στο νέο μυθιστόρημα ο μέχρι πρότινος κεντρικός ήρωάς σου, ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, τίθεται στις εφεδρείες. Πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει πλέον η βοηθός του, η αστυνόμος Αΐντα Μητροπούλου. Πέρα από την ξεκάθαρη φεμινιστική δήλωση, έκανες αυτή την επιλογή για να εξυπηρετήσει τη ρεαλιστική αφηγηματική συνθήκη της μυθοπλασίας σου – δηλ. το ό,τι τα μυθιστορήματά σου τοποθετούνται γραμμικά στην πρόσφατη ιστορία της Αθήνας και παρακολουθούν τις αλλαγές της;
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Ίαν Ράνκιν, ήθελα ο χρόνος να περνάει και για τον ήρωά μου. Ο Χάρης Νικολόπουλος ήταν εξαιρετικός ερευνητής αλλά δεν άντεχε τις πιέσεις της ιεραρχίας. Βέβαια, ούτε η Αΐντα τις σηκώνει, αλλά αυτή επενδύει στην ιδιότυπη προσωπικότητά της και δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της. Η Αΐντα είναι το γυναικείο πρότυπο αστυνομικού που θα ήθελα να υπάρχει: επιβάλει τη διαφορετικότητά της, έχει αταλάντευτη πίστη στη δικαιοσύνη και πείσμα ανυποχώρητο. Και νομίζω ότι λόγω ιδιοσυγκρασίας είναι πιο κοντά στην underground Αθήνα που με ενδιαφέρει. Μπορεί να συνεννοηθεί με Ρομά και ζητιάνους, άστεγους και σεξεργάτριες.
– Η Αΐντα είναι πολύ δυναμική και αρκετά αταίριαστη ως χαρακτήρας. Θα έλεγα ότι είναι πολύ περιθωριακή για να είναι μπάτσος. Τι ήθελες να αναδείξεις με αυτή την αντίστιξη;
Η εικόνα που έχουμε για τους αστυνομικούς είναι οι ΜΑΤατζήδες που δέρνουν και σπάνε. Έχω γνωρίσει νεαρούς αστυνομικούς με βαθιά μόρφωση και κοινωνική συνείδηση, αυτοί άλλωστε με προμηθεύουν με στοιχεία όταν γράφω. Ήθελα μια τέτοια ηρωίδα, αταίριαστη με το γενικότερο κλίμα της ΓΑΔΑ. Μακάρι κάποια στιγμή να αλλάξει περισσότερο το Σώμα, ήδη στα αστυνομικά τμήματα βλέπεις νέα αγόρια και κορίτσια με ευγένεια. Μπορώ να ονειρεύομαι, σωστά;
– Δεν της χαρίζεσαι πάντως. Τη δοκιμάζεις γερά με διάφορα ηθικά διλήμματα. Ορισμένες φορές (π.χ. μετά την απολογία του δημοσιογράφου Παπαδιαμάντη) καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην άτεγκτη απονομή της δικαιοσύνης ή την παραχώρηση ελέους, την επίδειξη ανθρωπιάς, αν προτιμάς. Πιστεύεις ότι ενίοτε συγκρούονται αυτά τα δύο;
Ποτέ δεν χαρίζομαι στους ήρωές μου. Γιατί η ζωή δεν χαρίζεται σε κανένα μας. Έχοντας τελειώσει τη Νομική προ αμνημονεύτων χρόνων, μου έχει μείνει το αρχαίο ρωμαϊκό αξίωμα: dura lex sed lex, σκληρός ο νόμος αλλά νόμος. Η ζωή μας είναι γεμάτη διλήμματα, πιστεύω κυρίως στον ανθρωπισμό και την αλληλεγγύη, και αναζητώ το καλό σε όλους. [Όχι ότι το βρίσκω πολύ συχνά].

– Η μία από τις δύο υποθέσεις αφορά γυναικοκτονίες. Μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση η βία που δέχονται τα θύματα έχει τριπλή αφετηρία. Αυτές οι γυναίκες δολοφονήθηκαν και λόγω του χρώματος (ή της εθνικότητας) και της τάξης τους (εργάτριες). Ο σύγχρονος φεμινισμός εστιάζει στην διατομεακότητα, στη διαλεκτική ταξικότητας, φυλής και φύλου. Πιστεύεις ότι στη δημόσια συζήτηση δεν δίνεται η απαιτούμενη έμφαση σ’ αυτή τη διάσταση του θέματος; Αυτό ήθελες να αναδείξεις;
Πολύ σωστά κατάλαβες. Ασχολούμαι με το φεμινιστικό κίνημα από τη δεκαετία του ’70, ποτέ δεν με εξέφραζε ο αστικός φεμινισμός των κυριών και των επιτυχημένων επιχειρηματιών γυναικών. Και καθώς ο κόσμος έχει εκτροχιαστεί εντελώς, οι γυναίκες και τα παιδιά είναι τα κύρια θύματα κάθε εμπόλεμης διαμάχης, κάθε εκτοπισμού για πολιτικούς ή περιβαλλοντικούς λόγους. Πράγματι, κάποια στιγμή θα πρέπει να συζητήσουμε για την κακομεταχείριση των μεταναστριών, των προσφυγισσών, των Ρομά, των φτωχών αλλοδαπών γυναικών που μας καθαρίζουν τα σπίτια, μας φροντίζουν τους ηλικιωμένους, μας μεγαλώνουν τα παιδιά.
– Ασχολείσαι επίσης με το ζήτημα της περιθωριοποίησης και της στοχοποίησης των Ρομά. Ένας από τους αστυνομικούς-ήρωες του βιβλίου είναι Ρομά στην καταγωγή (και το κρύβει επιμελώς) ενώ ο αρχηγός του σώματος ανακοινώνει την ίδρυση ξεχωριστής μονάδας που θα στελεχώνεται από Ρομά. Πόσο ρεαλιστικό είναι το να πετύχει αυτό το σχέδιο όσο επικρατεί τόσο μεγάλη προκατάληψη σε βάρος τους; Συνέκρινες την κατάσταση με την καταπίεση και τις διακρίσεις που υπέστησαν οι Αφροαμερικανοί στις νότιες πολιτείες.
Η περιθωριοποίηση των Ρομά είναι τεράστιο θέμα, και πράγματι, όταν μετάφραζα το Darktown του Τόμας Μόλλεν (εκδόσεις Πόλις) συνειδητοποίησα ότι οι λευκοί του νότου τη δεκαετία του ’40 μιλούσαν και περιέγραφαν τους μαύρους όπως μιλάμε εμείς για τους Ρομά. Ξέρω ότι το θέμα είναι πολύ σύνθετο, δεν έχω έτοιμες λύσεις ή ουτοπικά όνειρα, αλλά ακόμα και η τωρινή κυβέρνηση προανήγγειλε την ίδρυση ενός σώματος Ρομά αστυφυλάκων. [Λες να αποκτήσουμε κάποια στιγμή έναν Ρομά ανώτατο άρχοντα;]
– Η δεύτερη υπόθεση αφορά δύο πτώματα που ανακαλύφθηκαν στα ερείπια του παλιού εργοστασίου της δισκογραφικής εταιρείας Columbia. Γνωρίζω ότι το είχες επισκεφτεί την εποχή που ήσουν ιδιοκτήτρια δισκοπωλείου. Θα ήθελες να μας περιγράψεις την εμπειρία σου;
Ήταν ένας αληθινά μαγικός χώρος, όλοι εκείνοι οι εργαζόμενοι που προμήθευαν με δίσκους βινυλίου τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή! Για κάποια χρόνια, η διοίκηση διοργάνωνε κάθε Νοέμβριο τις περίφημες δισκογιορτές, όπου ήμασταν καλεσμένοι όλοι οι δισκάδες για να μας ενημερώσουν για τις καινούργιες κυκλοφορίες, για τις νέες φίρμες του πενταγράμμου. Ψωνίζαμε με πίστωση τους δίσκους για τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές, μπαίναμε στις αποθήκες κι ανακαλύπταμε ξεχασμένα αντίτυπα σημαντικών δίσκων, ήταν τα χρόνια που όλα τα σπίτια είχαν ένα μικρό ή μεγάλο στερεοφωνικό και οι άνθρωποι κάθονταν στο σαλόνι τους και άκουγαν τους καινούργιους δίσκους τους. Την είδα την κατάρρευση της μουσικής βιομηχανίας μπροστά στα μάτια μου, με την παράλογη προώθηση του cd και την εξαφάνιση όλων των άλλων φορμά. Τα μεγάλα κεφάλια τότε δεν φαντάζονταν ότι το cd θα ήταν εγγράψιμο και θα απαξιωνόταν τόσο ραγδαία. Είδα τα δισκάδικα να κλείνουν το ένα μετά το άλλο, ένα ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο να εκμηδενίζεται. The rest is history, δυστυχώς. Είμαι άνθρωπος του 20ου αιώνα, χρειάζομαι την απτή επαφή με το βιβλίο και τον δίσκο (και τη μαγεία της μεγάλης οθόνης).

Βιογραφικό
Η Χίλντα Παπαδημητρίου γεννήθηκε το 1957 στην Καλλιθέα. Σπούδασε νομικά και για μία εικοσαετία είχε ένα δισκάδικο στη Νέα Σμύρνη. Από το 1995 ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση λογοτεχνίας και δοκιμίων για την τέχνη και την ιστορία των πολιτικών κινημάτων.
Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων: Percival Everett, John Barth, Joyce Carol Oats, Dashiell Hammett, Jonathan Coe, Bob Dylan, Leonard Cohen, Ian Rankin, Graeme McCray Burnet, κ.ά. Από το 2011 γράφει μια σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων (Για μια χούφτα βινύλια, Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς, Η συχνότητα του θανάτου, Ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου, όλα στις εκδόσεις Μεταίχμιο).
Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί στη σειρά Ελληνικά Εγκλήματα 5, 6 και 7 (Καστανιώτης), Ο πρώτος σταθμός (Μεταίχμιο), κ.ά. Έχει γράψει δύο μουσικές μονογραφίες (Beatles, Clash, Απόπειρα), και δύο δοκίμια, για την ιστορία του φεμινιστικού κινήματος (Το φάντασμα μιας δεκαετίας, εκδόσεις Δελφίνι) και για το φλίπερ (Multiball: οχτώ κείμενα για το φλίπερ, Αλεξάνδρεια).
Είναι τακτική συνεργάτης της ιστοσελίδας για το βιβλίο bookpress.gr και της μουσικής ιστοσελίδας mic.gr.




