Νέα Σμύρνη 1997: Η δολοφονία του αρχιμανδρίτη Άνθιμου από την ερωμένη του, Κάτια Γιαννακοπούλου
- Νέοι Ορίζοντες της Νέας Σμύρνης

- πριν από 5 ώρες
- διαβάστηκε 5 λεπτά
Μία από τις πιο πολύκροτες υποθέσεις εγκλήματος πάθους που συγκλόνισαν το πανελλήνιο εκτυλίχθηκε στη Νέα Σμύρνη τον Ιούλιο του 1997. Θύμα ήταν ο 59χρονος αρχιμανδρίτης Άνθιμος Ελευθεριάδης, ο οποίος δολοφονήθηκε έξω από το διαμέρισμά του στη Νέα Σμύρνη από την Κάτια Γιαννακοπούλου, με την οποία διατηρούσε επί χρόνια παράνομη ερωτική σχέση.
Η υπόθεση, που συνδύαζε έρωτα, εμμονή, θρησκευτικό παρασκήνιο και ένα προμελετημένο έγκλημα, μονοπώλησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο συγκλονιστικές υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής εγκληματολογίας.

Η αρχή του παράνομου δεσμού
Η Κάτια Γιαννακοπούλου ήταν μια γυναίκα της διπλανής πόρτας. Ζούσε στην Καλλιθέα με τον σύζυγο και τον γιο της και εργαζόταν ως πλασιέ σε είδη δώρου. Κάποια στιγμή το 1989 ένιωσε την ανάγκη να βρει ψυχολογική υποστήριξη. Αντί όμως να απευθυνθεί σε ειδικό, ακολούθησε τη συμβουλή μιας φίλης και αναζήτησε βοήθεια στην εκκλησία της Παναγίτσας στο Παλαιό Φάληρο.
Εκεί λειτουργούσε ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος, του οποίου τα λόγια γοήτευσαν τη 34χρονη γυναίκα. Μια εξομολόγηση δεν της ήταν αρκετή. Όσο περνούσε ο καιρός, πήγαινε όλο και πιο συχνά στις λειτουργίες, τον συναντούσε και του άνοιγε την καρδιά της. «Με τράβαγε κοντά του σαν μαγνήτης. Συνέβαινε κάτι το ανεξήγητο», θα πει αργότερα. Αρχικά, η σχέση τους δεν ξεπερνούσε τα όρια της πνευματικής επαφής. Αυτό όμως άλλαξε την ημέρα που ο αρχιμανδρίτης την κάλεσε στο σπίτι του.
«Μια μέρα με κάλεσε σπίτι του, όπου μιλήσαμε για πολλά, κυρίως γύρω από τη θρησκεία και την Εκκλησία. Αμέσως μετά άρχισε να μου μιλάει για τον έρωτα. Εκείνη την ώρα με φίλησε για πρώτη φορά και μάλιστα αυτό το φιλί στο στόμα κράτησε για πολλή ώρα», θα θυμηθεί χρόνια μετά η ίδια. Την επομένη, η Κάτια τον συνάντησε ξανά και, σαν να μιλούσε σε κάποιον άσχετο με όσα είχαν συμβεί, του εξομολογήθηκε ότι φίλησε κάποιον ενώ ήταν παντρεμένη. Εκείνος της απάντησε καθησυχαστικά: «Είμαστε άνθρωποι και ως άνθρωποι έχουμε ανθρώπινες αδυναμίες». Έτσι ξεκίνησε η σχέση τους.
Η Γιαννακοπούλου τον αγάπησε βαθιά. Κρυφά από τον σύζυγό της, έφτασε στο σημείο να σηκώνει μεγάλα ποσά από τον κοινό τους λογαριασμό για να τον βοηθήσει. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν ο αρχιμανδρίτης της είπε πως είδε στον ύπνο του την Παναγία να του ζητά να υλοποιήσει ένα ιδιαίτερα δαπανηρό εκκλησιαστικό έργο, εκείνη δεν δίστασε να του δώσει τα χρήματα που χρειαζόταν. Όπως η ίδια υποστηρίζει, στη διάρκεια της σχέσης τους το συνολικό ποσό που του προσέφερε ξεπέρασε τα 27 εκατομμύρια δραχμές. Από την πλευρά του, θέλοντας να αποδείξει την αφοσίωσή του, ο Άνθιμος της έγραψε μια επιστολή δηλώνοντας ότι επιθυμούσε, μετά τον θάνατό του, το διαμέρισμά του στη Νέα Σμύρνη να περάσει στα χέρια της.

Το 1994 ο αρχιμανδρίτης απομακρύνεται από την εκκλησία του Παλαιού Φαλήρου για λόγους που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί και προς το τέλος της χρονιάς μετατίθεται στο Λονδίνο. Παρ’ όλα αυτά, η Κάτια Γιαννακοπούλου συνεχίζει να τον επισκέπτεται κρυφά, πετώντας ακόμη και αυθημερόν ώστε η οικογένειά της να μην αντιληφθεί τίποτα. Εκείνος όμως έχει πια απομακρυνθεί συναισθηματικά και σταδιακά αποκόβει τη σχέση τους.
Η Γιαννακοπούλου δεν μπορεί να αποδεχτεί την αλλαγή στη στάση του. Άλλοτε τον ικετεύει και άλλοτε τον απειλεί.
Φτάνει μάλιστα στο σημείο να καταγράφει τις ολοένα και πιο σπάνιες ερωτικές τους επαφές, πιστεύοντας πως έτσι θα έχει μέσο πίεσης απέναντί του. Παρ' όλα αυτά, ο Άνθιμος παραμένει αδιάλλακτος. Τον Σεπτέμβριο του 1996 ταξιδεύει από το Λονδίνο στην Αθήνα για να ψηφίσει χωρίς καν να την ειδοποιήσει. Όταν εκείνη το μάθει, καταρρέει.
Ύστερα από επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας, τηλέφωνα, πιέσεις και εκβιασμούς, συναντιούνται τελικά στις 7 Μαρτίου 1997 στο σπίτι του αρχιμανδρίτη στη Νέα Σμύρνη. Η ένταση ανεβαίνει, καβγαδίζουν, έρχονται στα χέρια και η Γιαννακοπούλου τον τραυματίζει ελαφρά στον λαιμό με ένα μαχαίρι. Από εκείνη τη στιγμή ο 59χρονος κόβει οριστικά κάθε επαφή. Σύμφωνα με την ίδια, όποτε προσπαθούσε να του τηλεφωνήσει, εκείνος έκανε πως δεν αναγνώριζε καν ποια ήταν.
Το σχέδιο δολοφονίας
Τον Ιούνιο του 1997, κυριευμένη από εμμονή και οργή, παίρνει την απόφαση να τον σκοτώσει. Από έναν ομογενή στην Ομόνοια αγοράζει ένα όπλο έναντι 480.000 δραχμών. Τον Ιούλιο, όταν ενημερώνεται τηλεφωνικά από την εκκλησία του Λονδίνου ότι ο Άνθιμος βρίσκεται στην Ελλάδα, θεωρεί πως έχει έρθει η στιγμή να υλοποιήσει το σχέδιό της.
Ύστερα από ακόμη μία σειρά επίμονων τηλεφωνημάτων και πιέσεων, αποσπά από εκείνον μια αόριστη υπόσχεση πως κάποια στιγμή θα συναντηθούν. Παρ’ όλα αυτά, πηγαίνει απρόσκλητη στο σπίτι του και χτυπάει το κουδούνι. Εκείνος αντιδρά έντονα, της μιλάει προσβλητικά και της λέει: «Δεν ντρέπεσαι; Πήγαινε στον άντρα σου και το παιδί σου», απειλώντας ταυτόχρονα ότι θα καλέσει την αστυνομία.
Το επόμενο πρωί η Γιαννακοπούλου τον περιμένει έξω από το σπίτι. Τον πλησιάζει, προσπαθεί για μια τελευταία φορά να του μιλήσει, όμως εκείνος της γυρίζει την πλάτη. Εκείνη τότε τραβάει το περίστροφο από την τσάντα της και πυροβολεί. Οι δύο σφαίρες τον βρίσκουν στο κεφάλι.
Αμέσως μετά τη δολοφονία, η 42χρονη επιβιβάζεται στο μπλε Suzuki του κουνιάδου της και φεύγει τρέχοντας από το σημείο. Υπάλληλοι συνεργείου που βρισκόταν στο σημείο προλαβαίνουν να σημειώσουν τον αριθμό
κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, στοιχείο που θα αποδειχθεί κρίσιμο για την αστυνομία. Η ίδια εγκαταλείπει το όχημα κοντά στα νεκροταφεία Παλαιού Φαλήρου και Νέας Σμύρνης, πετάει το όπλο και τις σφαίρες σε διαφορετικούς κάδους και στη συνέχεια παίρνει ταξί για την Ομόνοια.
Σε κατάσταση σύγχυσης, παίρνει ένα ποδήλατο και περιπλανιέται όλη μέρα στους δρόμους της Αθήνας. Το βράδυ βρίσκει καταφύγιο σε μια οικοδομή στην Καλλιθέα. Τη δεύτερη ημέρα συνεχίζει να κινείται άσκοπα, φτάνοντας στο Αιγάλεω και περνώντας τη νύχτα σε ένα πάρκο στην Ελευσίνα. Την τρίτη μέρα πλέον θα σταματήσει να κρύβεται. Φόρεσε την ξανθιά περούκα που της είχε πάρει δώρο ο αρχιμανδρίτης και ενώ περιφέρεται ακόμη με το ποδήλατο, σταματάει έξω από την Ιερά Μονή της Παναγίας της Γοργοεπηκόου στη Μάνδρα. Περνάει το κατώφλι και αναζητά μια μοναχή για να εξομολογηθεί. Η μοναχή την ακούει και είναι τελικά αυτή που θα καλέσει την αστυνομία.
«Τον αγαπούσα ακόμη κι όταν τον σκότωνα»

Η Κάτια Γιαννακοπούλου βρίσκεται πλέον στα χέρια των Αρχών. Η ίδια όμως είναι η μεγαλύτερη τιμωρός του εαυτού της. «Tον αγαπούσα ακόμα και την ώρα που τον σκότωνα. Ακόμη τον αγαπώ. Έκανα ό,τι έκανα για την τιμή τη δική μου και της οικογένειάς μου, που την είχα καταρρακώσει», δήλωσε ύστερα από δέκα ώρες συνεχούς κατάθεσης στην Aσφάλεια. Συνέχισε λέγοντας: «Mακάρι να μην περάσει καμιά γυναίκα αυτό που πέρασα εγώ. Nα μη βρεθεί στο σημείο να αγαπήσει όπως εγώ, τόσο απόλυτα, τόσο ολοκληρωτικά, τόσο τρελά».
Μπροστά στον ανακριτή, τόνισε ξανά το ίδιο συναίσθημα: «Ο μεγαλύτερος τιμωρός, ο πιο αυστηρός εισαγγελέας είναι ο εαυτός μου», προσθέτοντας πως «Αναρωτιέμαι μόνο ποια τιμωρία σκληρότερη μπορεί να μου επιβάλλει η δικαιοσύνη από αυτήν που επέβαλα εγώ στον εαυτό μου σκοτώνοντας με τα ίδια μου τα χέρια τον επίγειο θεό μου».
Ακόμη και η πρώτη της φράση όταν μπήκε στο ανακριτικό γραφείο κινήθηκε στο ίδιο δραματικό ύφος: «Αν ήταν δυνατόν να τον αναστήσω με πέντε φιλιά ποτισμένα από το αίμα της μετανιωμένης μου καρδιάς θα το είχα ήδη κάνει».

Η πολύκροτη δίκη
Η δίκη της σε πρώτο βαθμό πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1998, με τον σύζυγο και τον 18χρονο γιο της να βρίσκονται διαρκώς στο πλευρό της. Το δικαστήριο αναγνώρισε ως ελαφρυντικά τον μέχρι τότε έντιμο βίο της, αλλά και την «ανάρμοστη συμπεριφορά» του αρχιμανδρίτη. Τελικά, της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 20 ετών.
«Θα αισθάνομαι πάντα τύψεις. Το μόνο που ελπίζω είναι να με καταλάβει ο Θεός. Όσο κι αν ζήσω, δεν είναι δυνατό να ξεχάσω ότι αφαίρεσα τη ζωή ενός παιδιού του Θεού. Ελπίζω να με συγχωρέσει. Δεν μπορώ όμως και να ξεχάσω τι μου πρόσφεραν ο άνδρας και το παιδί μου. Ό,τι κι αν κάνω, θα είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτό που μου έδωσαν εκείνοι».
Ωστόσο, τον Νοέμβριο του 2001 η Κάτια Γιαννακοπούλου καταδικάστηκε ομόφωνα σε ισόβια κάθειρξη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να της αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό. Οι δικαστές έκριναν ότι επρόκειτο για μια πράξη που τελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με κίνητρο τον εγωισμό.
Έξι χρόνια μετά την ομολογία της, στις 5 Αυγούστου του 2013, το Συμβούλιο Εφετών Θήβας έκανε δεκτή την αίτησή της, τότε 58 ετών, και της έδωσε το δικαίωμα να αποφυλακιστεί από τις φυλακές Ελαιώνα.
Η υπόθεση της Κάτιας Γιαννακοπούλου και του αρχιμανδρίτη Άνθιμου Ελευθεριάδη μεταφέρθηκε το 2000 στην τηλεόραση, μέσα από επεισόδιο της σειράς Κόκκινος Κύκλος, με πρωταγωνιστές τον Μηνά Χατζησάββα και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.




